Page images
PDF
EPUB
[ocr errors]

to Celsus for the discovery of the origin of a tale, at which Tertullian could only guess, and which was unknown to Minu

cius.” I confess, however, I see nothing in the paintings of Christ's entry into Jerusalem, or in the fanciful scheme of Celsus, of Seven Celestial Intelligences, worshipped by the Christians, of which the Seventh bore the countenance of an Ass, that can justify the supposition of either of them being the cause of the detestable accusation against the followers of Christ. But it is well known that the Christians and Jews were frequently confounded with each other by their Pagan adversaries. Suetonius, when speaking of the reign of Claudius," says, “ Judæos impulsore Chresto assiduè tumultuantes Româ expulit.” Chrestus, being thus spelt for Christus, from the Greeks sometimes spelling the word with a diphthong? Xpsiotos: agreeably to the words of Lactantius,3 Quidam Christum, immutatâ litera, soliti sunt dicere Chrestum. Dio also in the Life of Domitian, speaking of Acilius Glabrio, a man of consular dignity, says he was accused of Atheism, and put to death for turving to the Jewish religion; which, as Baronius observes, (An. 94. n. 1.) must mean the Christian Religion, for which he was a martyr.* Spartian also informs us that Caracalla's playfellow. was of the Jewish religion ;' though it is certain he was a Christian, since Tertullian assures us that Caracalla was nursed by a Christian, for after naming Proculus, a Christian, the steward of Euhodus, he adds, “ Quem et Antoninus optimè noverat, lacte. Christiano educatus.” The Jews and Christians being thus considered by their enemies, as professors of the same religion, nothing less could be expected, than that what was urged to depreciate the one, would be equally urged to injure the other, and both be liable to the same calumnies and injurious representations.

I Suet. Claud. c. 25. 2 Aug. de Civit. Dei. 3 Lactant. lib. de verà sapientiâ, cap. 7. and Hottingeri Éccles. Hist, t. 1. c. 1. § 3. p. 37.

4 Bingham's Antiquities of the Christian Church. Vol. 1. § 10, p. 11. 8vo. Edit.

5 Spart. in

racal. c. 1.
6 Bingham's Antiq. and Tertull. ad Scap. c. 4.

52

POEMA NUMISMATE ANNUO DIGNATUM, ET IN

CURIA CANTABRIGIENSI RECITATUM,

In obitum illustrissimæ Principissæ AMELIÆ.

Felix ah! si longa dies, si cernere vultas
Natorum viridesque genas tibi justa dedissent
Stamina : sed mediâ cecidere abrupta juventà
Gaudia, florentesque manu scidit Atropos annos ;
Qualia pallentes declinant lilia culmos,
· Pubentesque rosæ primos moriuntur ad Austros,
Aut ubi verna novis expirat purpura pratis.

Stat. Sylv. iii. 3. 124.

ODE GRÆCA.

EIEN ών· βέβακεν ενερτέρων γαν
α κόρα, θάλος περ εοϊσ' ανάκτων-
ελεν ών· σκότος το πανύστατόν νιν

αμφεκάλυψε.

αλλά μας τούνομόμως όλείται,
ουδ' αϊστώσει σ', ο χέρεσσι πάντα
ουλίαις σφάλλων, Χρόνος· εν πατρώα

έσσεαι αία

ευκλεής το δήν. Επί παττάλοισιν,
αδέων δέσποινα μέτρων, έθ' εύδεις,
χρυσέα φόρμιγξ, φέρ, έγειρέμεν χρη

πένθιμον ωδάν,

[ocr errors]

ως ότ', εν δρυμούς στοναχεύσ, αηδων οικτρά κωκύρισα παναμερεύει, άμμoρoς τεκνών, αποκ' εσπάραξεν

αλετός, όρνις

αλίου κάνασσα πετράν- Πέφευγε, ταν κοράν άγαλμα Βριταννικάων, κατθανοϊσ' ουκ έστιν όπως κιχάνη

νόστιμον αμαρ.

αλλ' έην καλά, Χάριτές το ένα άκροις, αβρά παίζουσαι, βλεφάροις γέλασσαν, εν δε φώς παρήίσιν ήν ιδείν νε

ανιδος ώρας:

φεύ· μάτην άρ' ίμερόεσσα Πειθώ εγκάτιζε χείλεσι, και λαλεύση νέκταρος πολύ γλυκίων από γλώτ

τας ρέεν αυδά.

ουδέν ου χραίσμησε το κάλλος» ουδέν ου Τύχας δωρήματδ' ως ακμάζει το ρόδον βαιον χρόνον, είαρος παίς,

και ταχύ γηρά.

δύσμορον στένω σε, κόρα: τέθνηκας
ηρινό καιρώ πολύκλαυτος άβας:
ούχι σαϊς ευναΐς πoκα λαμπάδων γα-

μήλιον αίγλαν

α τεκούσανέσχεθεν» ουδ' υπήρχε σοι γλυκύ βλάστημα τεκνών, βίοιο κάρτεράσμιον γάνος, ελπίδων τε

φέρτατον άνθος.

όλβιοι μάλ' εισιν, όσοις γελά τι
παίς εν αγκαλήσι λάλημ' άναυδον,
κάτι μάλλον ή τι λάλημαπ' όμμά-

των καταφαίνει:

ου τόδ' ήν σοι μόρσιμον· ου βρέφος τι φίλτατον, μίμημεπιτίτθιον τεύ, μαμμίαν κίκλησκε σε φεύ γλυκεία

φροντίς όλωλε.

όλβιοι μάλ' εισίν, όσοις άγευστος των κακών λάμπει βίος: ουδ' άμησε νερτέρων κοπές, πριν αν εξίκωνται

γήραος ούδον:

ου τόδ' ήν πεπρωμένον· ου παρήν σοι γηροβοσκεϊν τους τοκέας: θάνες γαρ, κούφον ως σκιάς όναρ, ή νέφους εί

δωλον αμαυρών.

ή μάλ' άρρηκτον μένος έστι Μοίρας, νηλεές τ' ήτορ: Βοτανάν μεν όδμά, αν μέσω λειμώνι θανοϊσ', ες άλλο

ύστερον αύθις

1 Vide Pierson. ad Mær. p. 258.

βλαστάνει θέρος καταβαίνομεν δε άμμες, οι σοφοι, καθάπαξ ες Αίδουεύδομές τ' ατέρμον' άγαν, και ουκ-έ

γέρσιμον ύπνον.

Σέμν'' άναξ, το δ' ήσθ' αν έτόλβιος, σοι εί γε μή τις, ώμος έων, άλάστωρ εκ θεών, τόδ' ύβρισεν αύ, θύγατρός τ'

εύνιν έθηκε:

αλλά μαν ουδ' όλβιόν εσθ' όλως τι
τοϊς βροτοίς, τοϊς άμερίοις· το μέλλον,
ούτις εσθ', δς οίδε το γαρ, παλαιών

έρνος ανάκτων,

πράν ποκ' ευδαίμων, έπαθες μεγίστων κλαυμάτων επάξια: πώς φράσαιμ' αν σον κακών κλύδων', ότ' υπερπικρώς αι

ώνος αμέρθη

γήραος βάκτρευμα το σον φίλιστον και άρα μεμνήσθαι σε τα τάσδ' οίω ευφρόνας, ότ' άλγεσι μυρίοισιν

ούδας έκανες

αθλίως δανείς· ότε, προσγελώσα τον γέλων πανύστατον, εξόλωλε, καν μέσω καλά θανάτω, τεού το

χάρμα βίοιο,

1 Vide Porson. ad Orest. 614.

« PreviousContinue »