Page images
PDF
EPUB

τοτε

ΛΥΣ. αλλ' ου γάρ Ελένη σοί γ' αναπτύξαι φθονώ

γνώμης ίν' έσμεν· αύριον κατ' ευφρόνην,
εύτ' άν Σελήνη καλλιφεγγές εισβλέπη
πρόσωπον υγρούς εν κατόπτροισιν, χλόης
κοσμούσα φυλλάδ' ως υδρηλοίσιν λίθοις,
ήδη τόθ', οίον κλέμματΑφροδίτης αει
νυκτός στεγούσης, διά πόλεως πυλώματα

μεμηχάνηται κρύφιον εκκλέψαι πόδα.
ΕΡΜ. και τηδ' εν ύλη γ', ου συ δή κάγώ ποτε

φρενών γλυκείαν φροντίδ' επεκοινούμεθα,
ίων επ' ευόσμοισιν ήμένω κόμαις,
ενταύθ' όδ' ανήρ συμμέτρως έμοί φίλον
ίχνος συνάψει, καθ' ομού, της Ατθίδος
γαίας απαλλαγέντε, προς συνουσίας
μέτιμες νεοχμούς κάλλοθρών ομιλίαν.
αλλ' ώ φίλον μοι χαίρ' ομήλικος κάρα,
νων δ' αγάθ' επεύχου πάντα, συν τύχη δε σοι
γένοιτ' όνησις ου ποθείς Δημητρίου.
χώπως συ Λύσανδρέμμενείς οίς ώμοσας,
δέον ποθεινής νοσφίσαι θοίνης βλέπος
έσθ' ή 'πιούσα νύξ μέσον κάμψη δρόμον.

Εur. Orest. 1499. * Εur. Med. 1036.

SECOND PART OF KING HENRY IV. Act 4. Sc. 4. Thy wish was father, Harry, to that thought : I stay too long by thee, I weary thee. Dost thou so hunger for my empty chair, That thou wilt needs invest thee with mine honours Before thy hour be ripe? O foolish youth! Thou seekʼst the greatness that will overwhelm thee. Stay but a little ; for my cloud of dignity Is held from falling with so weak a wind, That it will quickly drop: my day is dim. Thou hast stol'n that, which, after some few hours, Were thine without offence; and, at my death, Thou hast seald up my expectation: Thy life did manifest, thou lov’dst me not, And thou wilt have me die assured of it. Thou hid’st a thousand daggers in thy thoughts ; Which thou hast whetted on thy stony heart, To stab at half an hour of my life. What! canst thou not forbear me half an hour? Then get thee gone, and dig my grave thyself ; And bid the merry bells ring to thine ear, That thou art crowned, not that I am dead. Let all the tears that should bedew my hearse, Be drops of balm, to sanctify thy head : Only compound me with forgotten dust; Give that, which gave thee life, unto the worms.

'ΕΞ ελπίδος του δηλος ει φρονών τάδε δαρόν γέ σοι προσκείμεθ', αλγεινώς θ' άμα. συ δ' ουκ ανέσχου, πριν τελεσθήναι χρόνον, κενών θρόνων έρωτα μαργωθείς φρένα, ουδ' ώς πατρώα μη ουχί προσθέσθαι γέρα. φεύ της ανοίας, ός γ' υπέρ σαυτόν κράτη ζητων λέληθας πήμυφ' ου πεσει ποτέ. σχες αλλά βαιόν: ο γάρ ευκλείας νέφει εξηγεμώθην, oύνεκα σμικράς πνοής πέπτωκεν ήδη, και φθίνει τουμόν φάος: και μην & βαιου κουχί μυρίου χρόνου μετ' ευσεβείας ήν αν έκτησθαι γέρα, κλοπεύς συ τούτων ηρέθης, πατρός τέ σοι θνήσκοντος έλπίς πάσαποσφραγίζεται.' και πριν γάρ ήσθα δηλος ου στέργων εμέ, τανύν δε πράσσεις ως άν εκμαθών θάνω. ήτάρα μύριέν φρεσίν κρύψας έχεις βέλεμνα, νηλεί καρδία νεηκονή, επάνδρα νεκρόν πλήν γε του σμικρού χρόνου. ουκούν μ' έάσεις τόνδε τον σμικρόν χρόνον ; 20 εί' ούν απελθε, σπεύδε, κάκπόνει μολών τάφους πατρώους αυτός αυτουργώ χερι κωδώνας εκδίδαξον εύφημεϊν τορώς, ως σου κρατούντος μη θανόντος ως έμού. δάκρυά θ', και πολλά πατρί τυμβεύσαι χοάς προσηκεν, αυτά ταύτά σοι σωτηρίου δρόσος γένοιτο χρίσματος στέφειν κάρα. θες αλλά μ' έν λήθη τε και φαύλη κόνει, ευλαίς τε τόν σοι ζήν δεδωκότ' αντίδος. 30

1 Εur. Orest. 1108. και δη πάντ' αποσφραγίζεται.

HAMLET. Act 1. Sc. 3.

La. My necessaries are embark’d; farewell :
And, sister, as the winds give benefit,
And convoy is assistant, do not sleep
But let me hear from you.

Op. Do you doubt that ?

La. For Hamlet, and the trifling of his favour, Hold it a fashion, and a toy in blood; A violet in the youth of primy nature, Forward, not permanent; sweet, not lasting, The perfume and suppliance of a minute ; No more.

Op. No more but so?

La. Think it no more : For nature, crescent, does not grow alone In thews, and bulk; but, as this temple waxes, The inward service of the mind and soul Grows wide withal. Perhaps, he loves you now; And now no soil, nor cautel, doth besmirch The virtue of his will : but, you must fear, His greatness weighed, his will is not his own; For he himself is subject to his birth : He may not, as unvalued persons do, Carve for himself; for on his choice depends The safety and the health of the whole state;

ΟΦΗΛΙΑ. ΛΑΕΡΤΗΣ.
ΛΑ. Ω ΠΟΛΛ' αδέλφη χαίρε' τανάγκαια γαρ

ήδη το πλοίον τάμ' έχει· συ δ' ουν όταν
αύραι πνέωσιν ούριοι και πόμπιμος
στόλος πάρη τις, μη κάθευδ', εμοί δ' αεί

τάνθενδε γράψον.
ΟΦ. πώς γαρ ουκ εγώ τάδε ;
ΛΑ. όνπερ δε ληρεί προς σ' έρωθ' Άμπλήτιος

θερμόν τιν' ηγού κουφονού τρόπον πόθου, κάθως δ' ίον τι θάλλον έν πρώταις έτους ηβώντος ώραις, πρώων άλλ' εφήμερον, 10 εύώδες ου βέβαιον, ου γάνος βραχύ

ευθύς φυτευθεν έφθιται μηδέν πλέον.
ΟΦ. μηδέν πλέον, φής, ώ κασίγνητον κάρα και
ΛΑ. μηδέν πλέον δή καιγάρ ή βρότων φύσις

αυξητική γ' ου σάρκας αύξεται μόνον,
όσον δ' όδ' οίκος σάρκινος βρύει τραφείς
ούτω προχωρεί και τα της ψύχης τέλη.
και νύν μέν, ου κηλίς γάρ, ου προμηθία
φαύλη τις εξέτρεψε τάς όρθας φρένας,
λυσσά τάδ' ου κίβδηλίσως μέμνησο δ' αυ 20
οίας πέφυκεν οίος εκ ρίζης άναξ,
όπως δε μη ούκ αυτόνομος ών φάνη ποτέ,
αυτή γάρ ηυγένεια κυρία πέλει,
και τους τοιούτοις ουδαμώς τρέφειν πάρα
αυθαιρέτους έρωτας, ως φαύλοις τισί,
τούτων γάρ έστ' εν αιρέσει και της πόλεως
υγίειαπάσα τοιγαρούν ελεϊν γάμους,
ψήφον πολιτών, ών κρατουσ', εκουσίαν

« PreviousContinue »