Page images
PDF
EPUB

άφθιτον άλάστορ' ουδεν ήσσον, ή τινα 30

τυραννικαίς μόναρχον όγκούσθαι χλιδαις. ΒΡ. Φθόνος μεν ουδείς ως φιλείς μ' έτητύμως,

ουδ' άσκοπος φρών, ών θέλεις με δράν, πάνυ
όπως δε κάγώ ταυτα και τούτους χρόνους
εν φρεσίν ενώμων, σοι μεθύστερον φράσω
αλλ' έα το νυν γε, μηδε, σ' αιτούμαι φίλως,
οργάς τι μάλλόν μοι παροξύνης έτι.
όσον μεν ούν είρηκας, έννοήσομαι,
ει δ' αύτ' έχεις τί μοι πλέον, κλύων τάδε
ανέξομαι, και καιρόν ευλαβήσομαι

40 τοιαύτ' ακούειν κάνταμείψασθαι πάλιν.

1847.]
ΕΞ. "ΕΩΣ μέν έξω χείρ μάχας ωπλισμένη

σπεύδει, πρόβουλος τάνδον ευ τίθησι φρών.
το γάρ κρατεϊν, υψηλά και μέρη μέσα
μείω τε τώνδ' έχον περ, ώδ' ώρισμένον
όμως ξυναινεί ξύμβασιν μίαν τινά,
και γ εις τελείαν εξέβη συμφωνίαν

αυτόματον ευάρμοστον, ως η μουσική. KAN καλώς έλεξας: τoίγαρ ανθρώπων γένει

άλλοισιν άλλα διανέμει θεός τέλη,
κινών αεί την πείραν, ή προσάπτεται 10
σκοπός τις ημίν, ου στοχάζεσθαι χρεών,
πειθαρχία τοιαύτα γάρ πονεί γένος
ξουθών μελισσών, αι φύσεως κατ' εντολήν
εύτακτον άρχήν εκδιδάσκουσιν πόλιν:

σκ

They have a king, and officers of sorts :
Where some, like magistrates, correct at home;
Others, like merchants, venture trade abroad;
Others, like soldiers, armed in their stings,
Make boot upon the summer's velvet buds;
Which pillage they with merry march bring home
To the tent-royal of their emperor:
Who, busied in his majesty, surveys
The singing masons building roofs of gold;
The civil citizens kneading up the honey;
The poor mechanic porters crowding in
Their heavy burdens at his narrow gate;
The sad-eyed justice, with his surly hum,
Delivering o'er to executors pale
The lazy yawning drone. I this infer,-
That many things, having full reference
To one concent, may work contrariously ;
As many arrows, loosed several ways,
Fly to one mark;
As many several ways meet in one town;
As many fresh streams run in one self sea ;
As many lines close in the dial's centre;
So may a thousand actions, once afoot,
End in one purpose, and be all well borne
Without defeat.

βασιλεύς γάρ αύταις εστί, και πλήθος τελών: ών αι μεν, ώς άρχοντες, απλακώματα οίκοι κολάζουσ', αι δε παντόλμοις πτερούς ζητούσιν έξω κέρδος, ώσπερ έμποροι αι δ', ως στρατός, κέντροισιν εξηρτυμέναι, κάλυκας λεηλατούσι μαλθακάς θέρους, 20 & δή φέρουσαι κλέμματεις τυραννικόν άνακτος αναχωρούσι περιχαρείς δόμον. ούτος δε, βασιλίκ' άμφεπών, επισκοπεί στέγη φιλωδους τέκτονας χρυσήλατα πλάσσοντας, αστούς θ' ηδύ μάσσοντας μέλι, και φορταγωγούς αθλίους τα δύσφορα άχθη ξυναθροίζοντας εις στενάς πύλας, και σμερδνά συρίζοντα, γοργωπόν κριτών, κηφήνδς ωχρούς παραδίδωσι δημίοις υπ' αργίας χαίνοντάφ' ών λογίζομαι, 30 ώς έστιν ελθεϊν πολλά δή προς εν τέλος, εναντίαις οδούς περ εξειργασμένα. ως αλλόθεν γάρ άλλα τυγχάνει σκοπού ενός βέλη ριφθέντα πολλά, και στίβου πολλοί ξυνήλθον εν κατάστυ, και ροαι πολλαι θάλασσαν εις μίαν ρέουσι, και πολλαι ξυνάπτουσ' εν μέσω γραμμαι κύκλο. ούτως ανήριθμέργ', άπαξ κινούμενα, εις εν προβαίνοι κούκ άνευ νίκης ταχ' άν.

HAMLET. ACT 1. Sc. 2.
Qu. Good Hamlet, cast thy nighted colour off,
And let thine eye look like a friend on Denmark.
Do not for ever with thy vailed lids
Seek for thy noble father in the dust :
Thou know'st, 'tis common; all that live must die,
Passing through nature to eternity.

Ham. Ay, madam, it is common.
Qu.

If it be,
Why seems it so particular with thee?

Ham. Seems, madam! nay, it is; I know not seems.
'Tis not alone my inky cloak, good mother,
Nor customary suits of solemn black,
Nor windy suspiration of forced breath,
No, nor the fruitful river in the eye,
Nor the dejected haviour of the visage,
Together with all forms, modes, shews of grief,
That can denote me truly: these, indeed, seem,
For they are actions that a man might play:
But I have that within which passeth shew;
These, but the trappings and the suits of woe.
King. 'Tis sweet and commendable in your nature,

Hamlet,
To give these mourning duties to your father :

ΑΝΑΣ. ΟΥΚ εία, τέκνον, σχήμαπορρίψας τόδε

όρφναίον, εύνους τήδε προσβαλείς χθονί σον όμμα ; πως δε σε ξυνηρεφεί χρεών βλεφάρω κράτιστον πατέρα μαστεύειν αεί ωδ εν κόνει γής ; οίσθα γαρ, κοινόν τόδε: πάσιν βροτοίς του κατθανείν οφείλεται,

οίς γ' έστι τάνθάδ' οίμος εις τάκεϊ φέρων ΑΜΒΛ. και δη τόδ' έστι κοινόν. ΑΝΑΣ.

ει δ' ούτως έχει, τί σοι τοσόνδε δήθ' υπερφυές δοκεί ; ΑΜΒΛ. άλλ' έστι τούτο, κου δοκεί μόνον, γύναι: 10

ως τούτ' έγωγε τoύπος ουκ επίσταμαι. ' ώ φιλτάτη μοι μητερ, ου μόνον τότε φάρος κέλαινον, ούτε των μελαμπέπλων νόμιμος εν ανθρώποισιν ειμάτων χλιδή, ου δείν' έπακτου πνεύματος φυσήματα, ούτ' αυ δι' όσσων αφθόνως δακρυρροούν νάμ, ου σκυθρωπός όμμάτων κατάστασις', είδη θ' όσ' έστι και τρόποι λύπης ομού, ουκ άν μ' οποιός είμι δείξειαν σαφώς. το μεν δοκείν γε, φήμ' εγώ, τούτοις ένι”, 20 οις και κακών άπειρος ασκoίη τις αν. κρείσσον δ' έχω τι κάτι των δρωμένων:

ταύτ' έστιν άλγους σχήμα και κόσμος μόνον. ΑΝΑΞ. Αμβλήτι', αινώ μέν σε της προθυμίας,

δς πατρί τιμάς τάσδε τώ τεθνηκότι

1 Cf. Εur. Med. 1197: Ούτ' όμμάτων γαρ δήλος ην κατάστασις. 2 Cf. Soph. Trach. 590 : ως το μεν δοκείν | ένεστι, κ. τ.λ.

« PreviousContinue »